ἀναλίσκω


ἀναλίσκω
ἀν|αλίσκω / ἀν|αλόω расходовать, тратить

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀναλίσκω" в других словарях:

  • αναλίσκω — (Α ἀναλίσκω και ἀναλῶ, όω, Ν και αναλώνω) 1. δαπανώ, ξοδεύω, καταναλώνω 2. ξοδεύω αλόγιστα, κατασπαταλώ 3. φθείρω, καταστρέφω σιγά σιγά (στα αρχ. μόνο στην παθ.) αρχ. 1. (για πρόσωπα) σκοτώνω, καταστρέφω 2. παθ. (για πράγματα) εκλείπω, μέ πετούν …   Dictionary of Greek

  • ἀναλίσκω — ἀνᾱλίσκω , ἀναλίσκω use up pres subj act 1st sg ἀνᾱλίσκω , ἀναλίσκω use up pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλίσκονθ' — ἀνᾱλίσκοντα , ἀναλίσκω use up pres part act neut nom/voc/acc pl ἀνᾱλίσκοντα , ἀναλίσκω use up pres part act masc acc sg ἀνᾱλίσκοντι , ἀναλίσκω use up pres part act masc/neut dat sg ἀνᾱλίσκοντι , ἀναλίσκω use up pres ind act 3rd pl (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνήλωσ' — ἀνή̱λωσα , ἀναλίσκω use up aor ind act 1st sg (attic epic ionic) ἀνή̱λωσο , ἀναλίσκω use up plup ind mp 2nd sg ἀνή̱λωσο , ἀναλίσκω use up perf imperat mp 2nd sg ἀνή̱λωσο , ἀναλίσκω use up plup ind mp 2nd sg (attic epic ionic) ἀνή̱λωσε , ἀναλίσκω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀνηλωμέν' — ἀνη̱λωμένα , ἀναλίσκω use up perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀνη̱λωμένε , ἀναλίσκω use up perf part mp masc voc sg ἀνη̱λωμέναι , ἀναλίσκω use up perf part mp fem nom/voc pl ἀνη̱λωμένᾱͅ , ἀναλίσκω use up perf part mp fem dat sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλίσκετε — ἀνᾱ̱λίσκετε , ἀναλίσκω use up imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀνᾱλίσκετε , ἀναλίσκω use up pres imperat act 2nd pl ἀνᾱλίσκετε , ἀναλίσκω use up pres ind act 2nd pl ἀνᾱλίσκετε , ἀναλίσκω use up imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλῶν — ἀνᾱλῶν , ἀναλίσκω use up pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀνᾱλῶν , ἀναλίσκω use up pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀνᾱλῶν , ἀναλίσκω use up pres part act masc nom sg ἀνᾱλῶν , ἀναλίσκω use up pres inf act (doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλώσω — ἀνᾱ̱λώσω , ἀναλίσκω use up aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀνᾱλώσω , ἀναλίσκω use up aor subj act 1st sg ἀνᾱλώσω , ἀναλίσκω use up fut ind act 1st sg ἀνᾱλώσω , ἀναλίσκω use up aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) ἀ̱ναλώσω , ἀναλόω use up aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλώμεθα — ἀνάλλομαι leap aor subj mid 1st pl ἀνη̱λώμεθα , ἀναλίσκω use up imperf ind mp 1st pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀνη̱λώμεθα , ἀναλίσκω use up plup ind mp 1st pl ἀνη̱λώμεθα , ἀναλίσκω use up perf ind mp 1st pl ἀνη̱λώμεθα , ἀναλίσκω use up plup …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάλισκον — ἀνά̱λισκον , ἀναλίσκω use up imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀνά̱λισκον , ἀναλίσκω use up imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀνά̱λισκον , ἀναλίσκω use up imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀνά̱λισκον , ἀναλίσκω use up imperf ind act 1st …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάλουν — ἀνά̱λουν , ἀναλίσκω use up imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀνά̱λουν , ἀναλίσκω use up imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀνά̱λουν , ἀναλίσκω use up imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀνά̱λουν , ἀναλίσκω use up imperf ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)